LATESTNEWS
Διάλεξη Αλέξανδρου – Μιχαήλ Χατζηλύρα για τα 100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Αρμενίων

Ακολουθεί η ομιλία του ερευνητή-μελετητή Αλέξανδρου – Μιχαήλ Χατζηλύρα, που εκφώνησε ο ίδιος στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Alexander College για να τιμήσει την τραγική επέτειο των 100 χρόνων από τη Γενοκτονία των Αρμενίων(1915-2015).

Η ΑΡΜΕΝΙΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

Η παρουσία των Αρμενίων στη σημερινή Τουρκία χρονολογείται τουλάχιστον από το 10ο αιώνα π.Χ. (Βασίλειο του Ουραρτού και Βασίλειο Μεγάλης Αρμενίας). Περί το 1064 μ.Χ., μετά την κατάληψη της Μεγάλης Αρμενίας από τους Σελτζούκους Τούρκους, πολυάριθμοι Αρμένιοι πρόσφυγες κατέφυγαν στη νοτιοανατολική Τουρκία, όπου και ίδρυσαν το 1080 Πριγκηπάτο, που το 1198 κατέστη Βασίλειο, με ιδιαίτερα στενές σχέσεις με το Φράγκικο Βασίλειο της Κύπρου. Ωστόσο, το περίφημο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας έπεσε μετά από την κατάληψή του από τους Μαμελούκους το 1375, με αποτέλεσμα πολλοί Αρμένιοι να εγκατασταθούν στην Κύπρο και αλλού. Με την προέλαση τουρκικών φυλών στην περιοχή το 15ο αιώνα, αυτή και οι κάτοικοί της περιήλθαν εξ ολοκλήρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι το 1515.

Παρά τον οθωμανικό ζυγό και την καταπίεση, οι Αρμένιοι της Κιλικίας και της Μικράς Ασίας κατάφεραν να διατηρήσουν σε μεγάλο βαθμό τη θρησκεία, τη γλώσσα και την κουλτούρα τους, ενώ αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστό μιλλέτι (θρησκευτική κοινότητα), με επικεφαλής τον Αρμένιο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Όλα αυτά άλλαξαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι Οθωμανοί και οι Νεότουρκοι αποφάσισαν να εξολοθρέψουν συστηματικά τους Αρμένιους, τους Έλληνες και τους Ασσύριους, χριστιανικούς λαούς που αποτελούσαν εμπόδιο στο όραμα των προηγούμενων για μια παντουρανική αυτοκρατορία, που θα εκτεινόταν από τα Βαλκάνια μέχρι και τη Σιβηρία για να συμπεριλάβει αποκλειστικά τουρκικής καταγωγής λαούς…

Κατά το 19ο αιώνα, ο τουρκικός-ισλαμικός εθνικισμός των Οθωμανών δεν ανεχόταν πλέον τα ολοένα αυξανόμενα δικαιώματα που διεκδικούσαν οι χριστιανικές θρησκευτικές ομάδες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Τανζιμάτ (1839-1876). Μεταξύ 1894-1896, ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ διέταξε την εξόντωση περίπου 300.000 Αρμενίων (χαμιτικές σφαγές), πιστεύοντας ότι τα δεινά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πήγαζαν από «τους ατελείωτους διωγμούς και εχθρότητες του χριστιανικού κόσμου» και την προστασία που παρείχαν στους Χριστιανούς τα ξένα κράτη, ιδίως η Ρωσσική Αυτοκρατορία. Συχνά, ο θρησκευτικός φανατισμός τύγχανε έντονης εκμετάλλευσης από τους ιμάμηδες, που μάζευαν τους Τούρκους και Κούρδους στο τοπικό τζαμί, λέγοντάς τους ότι οι Αρμένιοι είχαν στόχο να πλήξουν το Ισλάμ, γι’ αυτό και έπρεπε να καταπολεμηθούν.

  • Οι χαμιτικές σφαγές ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1894 στις απομακρυσμένες περιοχές Σασούν και Μους, με δικαιολογία την αρμενική αντίσταση κατά της κουρδικής εκμετάλλευσης, ξεσηκώνοντας έντονες αντιδράσεις. Η οθωμανική αστυνομία κατέπνιξε μια διαδήλωση Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του 1895 και αμέσως μετά, χωρίς αφορμή, η σφαγή άρχισε από την Τραπεζούντα και το Μπιτλίς και επεκτάθηκε προς τα νότια και τα δυτικά, σε όλες τις πόλεις όπου κατοικούσαν Αρμένιοι. Το χειρότερο περιστατικό συνέβηκε στον αρμενικό καθεδρικό ναό της Ούρφας (Έδεσσας), όπου κάηκαν ζωντανοί σχεδόν 3.000 Αρμένιοι, ενώ 6.000 Αρμένιοι σφαγιάστηκαν στο πογκρόμ των Τούρκων ως αντίποινα για την κατάληψη της Οθωμανικής Τράπεζας στην Κωνσταντινούπολη από μέλη της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας Τασνακτσουτιούν τον Αύγουστο του 1896. Συνολικά, μεταξύ 1894-1986 περίπου 50.000 Αρμενόπαιδα έμειναν ορφανά, 100.000 Αρμένιοι προσφυγοποιήθηκαν και 150.000 εξισλαμίστηκαν βίαια.
  • Οι χαμιτικές σφαγές σχετίστηκαν και με την Κύπρο: α) ως αποτέλεσμα των σφαγών, στο νησί μας κατέφθασαν (κυρίως στη Λάρνακα και τη Λεμεσό), περίπου 1.000 Αρμένιοι [κυρίως από τις πόλεις Ντιγιαρμπακίρ (Ντικρανακέρτ), Αϊντάπ και Κιλίς], από τους οποίους όμως παρέμειναν μόνο περίπου 100, λόγω της σχετικά κακής κατάστασης που είχε η κυπριακή οικονομία, β) για τα ορφανά που κατέφθασαν στην Κύπρο ιδρύθηκε ορφανοτροφείο από το Βαχάν Κιουρκτζιάν (γνωστότερο ως «Παγκουράν»), το οποίο μεταξύ 1897-1904 λειτουργούσε στην οδό Βικτωρίας στη Λευκωσία και παραθέριζε στο Αρμενομονάστηρο, γ) λόγω της αύξησης των Αρμενίων της Λάρνακας, παραχωρήθηκε το 1897 από τη Μητρόπολη Κιτίου ένα κομμάτι γης για χρήση ως κοιμητήριο, το οποίο εγγράφηκε επίσημα ως τέτοιο το 1923.

Καθώς τα εφιαλτικά γεγονότα των χαμιτικών σφαγών έγιναν γνωστά στον πολιτισμένο κόσμο μέσω του τηλέγραφου και των εφημερίδων, το 1897 ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ διακήρυξε το Αρμένικο Ζήτημα κλειστό και έτσι για κάποια περίοδο σταμάτησαν οι σφαγές. Ωστόσο, το 1909, ο Σουλτάνος (ο οποίος είχε εκδιωχθεί με πραξικόπημα των Νεότουρκων τον Ιούνιο 1908 και επανήλθε στην εξουσία το Μάρτιο του 1909) διέταξε τη σφαγή των Αρμενίων στο βιλαέτι (περιφέρεια) των Αδάνων· κατά τη σφαγή των Αδάνων, περίπου 30.000 Αρμένιοι σφαγιάστηκαν και 4.437 κατοικίες καταστράφηκαν, ως αποτέλεσμα της εθνικιστικής έξαρσης των Νεότουρκων, που φθονούσαν τη μικρή αλλά ευημερούσα αρμενική κοινότητα της περιοχής. Η σφαγή αυτή διάρκεσε ολόκληρο τον Απρίλη του 1909, θεωρείται δε ότι αποτέλεσε την «πρόβα» για το τελικό σχέδιο που είχαν οι φανατισμένοι Νεότουρκοι, την ολοκληρωτική εξόντωση των Αρμενίων…

  • Και η σφαγή των Αδάνων συνδέθηκε με την Κύπρο: α) στη Λάρνακα έφθασαν, ως αποτέλεσμα των σφαγών, περίπου 2.000 Αρμένιοι από τα Άδανα, από τους οποίους όμως παρέμειναν μόνο μερικοί, αφού οι πλείστοι επέστρεψαν μετά τη βελτίωση των συνθηκών (πολλοί εκ των οποίων επέστρεψαν με τη Γενοκτονία), β) στη Λάρνακα κτίστηκε το πρώτο μνημείο στον κόσμο για τις αρμενικές σφαγές, η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, με την αναμνηστική επιγραφή «εις μνήμην των μαρτύρων της Κιλικίας, 1η Απριλίου 1909», ενώ ιδρύθηκε και το πρώτο αρμενικό σχολείο της πόλης, γ) περίπου ένα μήνα μετά τη σφαγή ξεβράστηκαν διαμελισμένα και κακοποιημένα σώματα Αρμενίων, λόγω της εγγύτητάς με την Κιλικία· πιο συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν επιπλέοντα πτώματα στη Λάπηθο, τον Άγιο Επίκτητο, τον Άγιο Αμβρόσιο και τη χερσόνησο της Καρπασίας.

Μετά την ομαλοποίηση της κατάστασης, οι Νεότουρκοι – που στο μεταξύ είχαν επανακαταλάβει την εξουσία – άρχισαν να υλοποιούν διάφορες πρωτοποριακές μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως για παράδειγμα την εφαρμογή του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1876. Χαρακτηρίζονταν ως προοδευτικοί, φιλελεύθεροι και εκσυγχρονιστές, ενώ αρκετοί από αυτούς ήσαν καλλιτέχνες, επιστήμονες και διανοούμενοι. Μάλιστα δε, στα κοινοβούλια που συνέστησαν συμμετείχαν και Αρμένιοι. Ωστόσο, το ψεύτικο προσωπείο τους άρχισε να διαφαίνεται λίγο καιρό αφού ο Μεγάλος Ασθενής εισήλθε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (02/08/1914), παρά το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία).

Με αφορμή τη σύσταση αρμενικών εθελοντικών μονάδων το καλοκαίρι του 1914 υπό τις ρωσσικές ένοπλες δυνάμεις και την πολεμική του ήττα στο Σαρίκαμις τον Ιανουάριο του 1915, ο Υπουργός Πολέμου Εμβέρ Πασιάς διέταξε με τηλεγράφημα στις 25/02/1915 όπως όλοι οι Αρμένιοι του οθωμανικού στρατού μετατεθούν στα τάγματα εργασίας (τα γνωστά αμελέ ταμπουρού), «από φόβο ότι θα συνεργάζονταν με τους Ρώσσους». Στα αμελέ ταμπουρού γινόταν συστηματική εξόντωση των Αρμενίων, τόσο από τον ίδιο τον οθωμανικό στρατό, όσο και από τις τοπικές τουρκικές και κουρδικές συμμορίες, αφού πλέον οι Αρμένιοι ήσαν άοπλοι, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που χρησιμοποιούνταν από τους Τούρκους για εξάσκηση στόχου. Στις 19/04/1915 ο Τζεβντέτ Μπέης, βαλής (διοικητής) της περιφέρειας Βαν, απαίτησε την άμεση χορήγηση 4.000 Αρμενίων στρατιωτών από την πόλη Βαν· οι Αρμένιοι, αντιλαμβανόμενοι το σκοπό του, του προσέφεραν 500 στρατιώτες και λεφτά για εξαγορά των υπολοίπων, κάτι το οποίο ο Μπέης αρνήθηκε: «αν οι επαναστάτες ρίξουν έστω και μία σφαίρα, θα σκοτώσω κάθε Χριστιανό άνδρα, γυναίκα και (δείχνοντας στο γόνατό του) παιδί, μέχρι εδώ». Την επόμενη ημέρα, μια Αρμένισσα παρενοχλείτο από Τούρκους στρατιώτες, δύο Αρμένιοι ήρθαν να τη βοηθήσουν, οι Τούρκοι τους σκότωσαν και έτσι ξεκίνησε η Αντίσταση του Βαν, που διήρκεσε μέχρι τις 04/05/1915 (όταν στην περιοχή εμφανίστηκε ο Ρωσσικός Στρατός) και στοίχισε τη ζωή σε 55.000 αθώους Αρμένιους.

 

Τα πιο πάνω γεγονότα συνιστούν το προοίμιο της Αρμενικής Γενοκτονίας, της οποίας η επίσημη έναρξη θεωρείται η Κυριακή, 24 Απριλίου 1915 (γνωστή στους Αρμένιους ως «Καρμίρ Κιρακί», Κόκκινη Κυριακή), το βράδυ της οποίας τέθηκε σε εφαρμογή η εγκύκλιος του Υπουργού Εσωτερικών Μεχμέτ Ταλαάτ Πασιά προς τον Αρχηγό Αστυνομίας της Κωνσταντινούπολης: η εγκύκλιος αυτή προνοούσε τη συγκέντρωση και τη φυλάκιση περίπου 250 Αρμενίων διανοούμενων και προκρίτων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε δύο κέντρα κράτησης κοντά στην Άγκυρα. Το αιτιολογικό που πρόβαλε ο Ταλαάτ Πασιάς ήταν ότι οι Αρμένιοι «έχουν εδώ και καιρό επιδιώξει να αποκτήσουν διοικητική αυτονομία»· η ημέρα αυτή συνέπεσε με την απόβαση συμμαχικών δυνάμεων στη χερσόνησο της Καλλίπολης, στις 25 Απριλίου. Σε μια προσπάθεια να φανατιστούν τα τουρκικά πλήθη κατά των Αρμενίων, από το 1914 γινόταν μια εντατική προπαγάνδα που διέδιδε ότι «οι Αρμένιοι συμπράττουν με τον εχθρό», παρουσιάζοντάς τους ως απειλή για την ασφάλεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έχοντας απώτερο σκοπό «να οργανώσουν εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη, να σκοτώσουν τους ηγέτες του Κόμματος Ένωσης και Προόδου και να πετύχουν το άνοιγμα των στενών των Δαρδανελλίων».

Στις 24/05/1915, η Αντάντ (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ρωσσία) εξέδωσε το πρώτο καταδικαστικό ανακοινωθέν για «αυτά τα νέα εγκλήματα της Τουρκίας κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού». Εντούτοις, στις 27/05/1915 το Κόμμα Ένωσης και Προόδου πέρασε το Νόμο Τεχτζίρ (Προσωρινός Νόμος Απέλασης), εξουσιοδοτώντας την οθωμανική κυβέρνηση και το στρατό να απελαύνει οποιονδήποτε «αισθανόταν» ως απειλή προς την εθνική ασφάλεια. Στις 15/09/1915 ψηφίστηκε και ο Νόμος Εμβάλ-ι-Μετρουκέ (Προσωρινός Νόμος Απαλλοτρίωσης και Κατάσχεσης), ο οποίος αυτόματα μετέφερε στην κατοχή της οθωμανικής κυβέρνησης την κινητή και ακίνητη περιουσία (σπίτια, γαίες, ζώα κτλ) των απελαθέντων Αρμενίων. Από τα διάφορα καταδικαστικά ανακοινωθέντα που ακολούθησαν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει αυτό του σαρίφη (κυβερνήτη) και εμίρη της Μέκκας, Σαΐντ Χουσεΐν μπιν Αλί (09/05/1917), ο οποίος διέταξε την προστασία των Αρμενίων στην επικράτειά του, επικαλούμενος το Κοράνι.

Έτσι, με νομική κάλυψη, άρχισε να καταστρώνεται μια συστηματική εξόντωση των Αρμενίων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αξιοσημείωτη είναι η σθεναρή αντίσταση των κατοίκων του Όρους του Μωυσή [Μουσά Λερ (Αρμένικα) ή Μουσά Νταγ (Τούρκικα) ή Τζεμπέλ Μουσά (Αραβικά)], όπου για 43 ηρωικές ημέρες επέδειξαν ανυπακοή στα χθόνια σχέδια των Οθωμανών και των Νεότουρκων· εν τέλει, αφού ξέμειναν από προμήθειες και πολεμοφόδια, γαλλικά και βρετανικά πλοία εκκένωσαν τους 4.200 αμυνόμενους από την ακτή της Συρίας στο Πορτ-Σάιντ της Αιγύπτου. Η επική αντίστασή τους ενέπνευσε τον Αυστριακό μυθιστοριογράφο Franz Werfel να γράψει το μυθιστόρημα και, μετέπειτα, φιλμ «Οι 40 ημέρες του Μουσά Νταγ». Να αναφέρουμε ότι πολλοί από τους επιζήσαντες εγκαταστάθηκαν το 1939 στο χωριό Αντζάρ του Λιβάνου, απ’ όπου κατάγονται και οι δύο Αρμένιοι εφημέριοι της Κύπρου.

Συνολικά, μεταξύ 1915-1923 περισσότεροι από 1.500.000 αθώοι Αρμένιοι σφαγιάστηκαν ή απελάθηκαν και οδηγήθηκαν σε καταναγκαστικές πορείες θανάτου στην αφιλόξενη έρημο του Ντερ Ζορ στη Συρία, ενώ πέραν των 880.000 Αρμενίων προσφυγοποιήθηκαν και περίπου 95.000 εξισλαμίστηκαν, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε Κρυπτοαρμένιους και Κρυπτοχριστιανούς στην Τουρκία Οι κτηνωδίες και θηριωδίες των Τούρκων δεν μπορούν να περιγραφούν επαρκώς χωρίς να προκαλέσουν αηδία. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως η περίοδος την οποία επέλεξε η Οθωμανική Αυτοκρατορία (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) δεν ήταν τυχαία, αφού εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις πολεμούσαν η μια την άλλη, και έτσι ανενόχλητη προχώρησε στο ανίερο και προμελετημένο της σχέδιο, την εξόντωση του χριστιανικού λαού των Αρμενίων.

  • Η Αρμενική Γενοκτονία διενεργήθηκε με μια σειρά μέσων: α) πορείες θανάτου: οι Αρμένιοι υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστικές πορείες θανάτου στην έρημο του Ντερ Ζορ, με αποτέλεσμα μέχρι τον Αύγουστο του 1915 οι δρόμοι και ο ίδιος ο ποταμός Ευφράτης να ήσαν γεμάτοι με πτώματα και σκελετούς των λιμοκτονούντων Αρμενίων. Τα οθωμανικά στρατεύματα και η χωροφυλακή που «συνόδευαν» τους Αρμένιους όχι μόνο επέτρεπαν στις διάφορες τουρκικές και κουρδικές συμμορίες να τους ληστέψουν, σκοτώσουν και βιάσουν, αλλά συχνά συμμετείχαν και οι ίδιοι στις πράξεις αυτές· ακόμη και σήμερα, αν κάποιος σκάψει στην περιοχή, θα βρει κόκκαλα μαρτύρων, β) στρατόπεδα εξόντωσης: υπήρχαν γύρω στα 25 στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπό τη διοίκηση του Σουκρού Καγιά, τα πλείστα των οποίων ήσαν κοντά στα σημερινά σύνορα της Τουρκίας με το Ιράκ και τη Συρία· οι Αρμένιοι κρατούμενοι βρίσκονταν στο έλεος όχι μόνο των Τούρκων φρουρών, αλλά και των τοπικών χωρικών, που συχνά αγόραζαν γυναίκες και παιδιά, είτε για δική τους χρήση είτε για πώληση στα χαρέμια· αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι πάνω από 90.000 νεαρές Αρμένισσες εκπορνεύτηκαν από τους Τούρκους, πολλές από τις οποίες είχαν στιγματιστεί με τατουάζ από τους απαγωγείς τους, γ) ολοκαυτώματα: αποδεδειγμένα καταγράφηκαν μαζικά ολοκαυτώματα Αρμενίων από Οθωμανούς, τα οποία θεωρούνταν «η γρηγορότερη μέθοδος ξεφόρτωσης των γυναικών και των παιδιών». Περιώνυμος για τα ολοκαυτώματά του ήταν ο Τοπάλ Οσμάν Αγάς, που κατέκαψε χιλιάδες Αρμένιους και Έλληνες στον Πόντο· μερικοί από τους Τούρκους φυλακισμένους που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες τέτοιων σκηνών φαίνεται να κατατρόμαξαν και να τρελλάθηκαν, ανέφεραν δε στους Ρώσσους στρατιώτες πως η δυσωδία της καμένης σάρκας υπήρχε στον αέρα για πολλές μέρες, δ) πνιγμός: σε πόλεις του Εύξεινου Πόντου πολλά Αρμενόπαιδα και αρκετές Αρμένισσες φορτώνονταν σε πλοία και βυθίζονταν στη Μαύρη Θάλασσα, ε) δηλητηρίαση-ιατρικά πειράματα: σε πολλές περιπτώσεις ο θάνατος παιδιών και ενηλίκων προήλθε από υπερβολική δόση μορφίνης, εσκεμμένη τύφλωση ή δηλητηρίαση με τοξικά αέρια ή υγρό δηλητήριο, ενώ στη Γερζινκά Αρμένιοι εξόριστοι (ακόμη και βρέφη) εμβολιάζονταν με αίμα που περιείχε τυφοειδή πυρετό. Προεξάρχοντας αυτών των ανοσιουργημάτων ήταν ο Δρ. Ναζίμ Μπέης.

Μετά την ήττα στο Σαρταραπάτ (29/05/1918) και την υπογραφή της εκεχειρίας (30/10/1918), ο Σουλτάνος Μεχμέτ Στ’ διέταξε τον Ιανουάριο του 1919 τη σύσταση στρατοδικείων για να δικάσουν τα μέλη του Κόμματος Ένωσης και Προόδου για την ανατροπή του Συντάγματος και τις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων. Κατά τη διάρκεια των δικών του 1919-1920 αποδείχθηκε ότι το κόμμα των Νεοτούρκων είχε σκοπό τη φυσική εξολόθρευση των Αρμενίων, έτσι εν απουσία τους καταδικάστηκαν σε θάνατο οι τρεις πασιάδες, Ταλαάτ Πασιάς (Μέγας Βεζύρης), Εμβέρ Πασιάς (Υπουργός Πολέμου) και Τζεμάλ Πασιάς (Υπουργός Ναυτικού), καθώς και ο Δρ. Ναζίμ.

Ωστόσο, από τον Ιανουάριο του 1920 διενεργούνταν διάφορες σφαγές από Κεμαλιστές κατά των Αρμενίων και των Ελλήνων, μέχρι και τις αρχές του 1923 (εκτός από το βιλαέτι των Αδάνων, το οποίο μεταξύ Δεκεμβρίου 1918 και Οκτωβρίου 1921 βρισκόταν υπό γαλλικό έλεγχο). Αποκορύφωμα αυτών των εγκληματικών πράξεων θεωρείται η καταστροφή της ωραίας Σμύρνης με την προέλαση του τουρκικού στρατού στις 09/09/1922 και η πυρπόλησή της μεταξύ 13 με 17/09/1922 από τους Τούρκους, σκοτώνοντας 150.000 Αρμένιους, Έλληνες και Ευρωπαίους και καταστρέφοντας τα σπίτια, τις εκκλησίες, τα σχολεία, τα καταστήματα και τον πολιτισμό τους. Η μεγάλη πυρκαγιά έκαψε τα πάντα πλην της τουρκικής και της εβραϊκής συνοικίας.

 

Ως αποτέλεσμα της Γενοκτονίας, περισσότεροι από 800.000 πρόσφυγες διασπάρθηκαν αρχικά σε χώρες της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, αργότερα δε σε περισσότερες χώρες σε όλες τις ηπείρους, είτε δημιουργώντας καινούργιες είτε ενισχύοντας ήδη υπάρχουσες παροικίες.

 

  • Η Αρμενική Γενοκτονία επηρέασε και την Κύπρο, αφού μεγάλο κύμα Αρμενιών προσφύγων κατέφθασε μεταξύ 1915-1923. Εργατικοί, καλλιεργημένοι και φιλοπρόοδοι, δεν άργησαν να ορθοποδήσουν στη φιλόξενη Κύπρο μας, που απλόχερα άνοιξε τις αγκάλες της για να υποδεχθεί σχεδόν 9.000 Αρμένιους πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Κιλικία (κυρίως από τις πόλεις Άδανα, Σελεύκεια, Σις, Μαράς, Ταρσός, Καισαρεία, Χατζίν και Αϊντάπ). Οι κατατρεγμένοι πρόσφυγες κατέφθασαν σε όλα τα λιμάνια, κυρίως αυτό της Λάρνακας και, σε μικρότερο βαθμό, της Κερύνειας και της Αμμοχώστου, αν και μερικοί αφίχθηκαν στα λιμάνια της μακρινής Πάφου, της Λεμεσού και των Λιβερών.
  • Γιατί όμως στην Κύπρο; Για κάποιους ήταν καθαρή τύχη, αφού μέχρι εδώ έφταναν τα λεφτά που είχαν για να τους μεταφέρει το πλοίο· άλλοι επέλεξαν την Κύπρο λόγω της εγγύτητάς της με την Κιλικία, με την ελπίδα κάποτε να επιστρέψουν πίσω, ενώ μερικοί διάλεξαν την Κύπρο λόγω της ασφάλειας και της τάξης που επικρατούσε εξαιτίας της βρετανικής διοίκησης. Οι πλείστοι παρέμειναν τελικά μόνο για μικρό χρονικό διάστημα και εν τέλει έκαμαν διευθετήσεις για να ζήσουν αλλού.
  • Ωστόσο, περίπου 1.300 πρόσφυγες τελικά παρέμειναν και έκαμαν πατρίδα τους το νησί μας, καθιερώθηκαν δε ως άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, δεινοί έμποροι, ικανοί επαγγελματίες, εξαίρετοι τεχνίτες, ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, πειθαρχημένοι αστυνομικοί κτλ. Έφεραν νέες ή/και βελτίωσαν υπάρχουσες τέχνες, ενώ επίσης εισήγαγαν διάφορα γλυκά και εδέσματα στην κυπριακή κουζίνα.
  • Αν και μερικοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Λάρνακα, τη Λεμεσό, τον Αμίαντο και την Αμμόχωστο, οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν προς τη Λευκωσία, το διοικητικό κέντρο του νησιού, όπου εντός των τειχών ήδη ζούσε μια μικρή αλλά εύπορη αρμένικη κοινότητα, με τη Μητρόπολη, τη μεσαιωνική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας, το αρρεναγωγείο Βαρτανάντς, το παρθεναγωγείο Σουσανιάν και την Αρμενική Λέσχη. Στην αυλή της εκκλησίας επί της οδού Βικτωρίας στην παλιά Λευκωσία ο Αρχιεπίσκοπος Πετρός Σαρατζιάν εγκαινίασε στις 24/04/1932 το δεύτερο αρχαιότερο μνημείο της Γενοκτονίας στον κόσμο, σχέδιο του αρχιτέκτονα Γκαρό Μπαλιάν· κατά ειρωνεία της τύχης, το μνημείο έγινε το ίδιο θύμα των Τούρκων κατά την τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963-1964. Παράλληλα, κτίστηκαν αρμένικα σχολεία, εκκλησίες και κοιμητήρια και ιδρύθηκαν αρμένικοι σύλλογοι και οργανώσεις στο νησί.
  • Μετά από διαπραγματεύσεις του Μπογός Νουμπάρ Πασιά, μεταξύ Δεκεμβρίου 1916 και Οκτωβρίου 1918, συστάθηκε και εκπαιδεύτηκε η Ανατολική Λεγεώνα (αργότερα ονομάστηκε Αρμενική Λεγεώνα) σε στρατόπεδο στο χωριό Μοναρκά στην Καρπασία, υπό τη διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη Πεζικού Louis Romieu και την πνευματική ποιμαντορία του Αρχιεπισκόπου Τανιέλ Χακοπιάν. Τη Λεγεώνα αποτελούσαν περίπου 4.000 Αρμένιοι εθελοντές (γκαμαβορνέρ) από τη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και την Αμερική, που πολέμησαν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Παλαιστίνη και την Κιλικία. Με την ολοκλήρωση της εντατικής εκπαίδευσης, το Μάιο του 1918, το μεγαλύτερο τμήμα της Λεγεώνας αναπτύχθηκε στην Παλαιστίνη, όπου στις 19/09/1918 σημείωσε την περίφημη Νίκη του Αραρά. Το Δεκέμβριο του 1918 η Λεγεώνα εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Κιλικίας, όπου και παρέμεινε μέχρι τη διάλυσή της, τον Οκτώβριο του 1921.
  • Η Αρμενική Γενοκτονία αποτέλεσε αφορμή για την ανέγερση του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν στην Αγλαντζιά μεταξύ 1924-1926, μετά από τη γενναιόδωρη και φιλάνθρωπη δωρεά των καπνεμπόρων αδελφών Κρικόρ και Καραμπέτ Μελκονιάν, με σκοπό να στεγάσουν περίπου 500 ορφανά Αρμενόπαιδα της Γενοκτονίας. Μοναδικό και απαράμιλλο επίτευγμα, το Μελκονιάν υπήρξε το μακροβιότερο δυτικοαρμενικό οικοτροφείο στον κόσμο, φάρος ελπίδας και φυτώριο πολιτισμού για τον απανταχού αρμενισμό και την αρμενοφωνία, ταυτόχρονα δε πρεσβευτής της χώρας μας και του ζητήματός της στην οικουμένη. Γνωστό ως «ένα νησί μέσα σε ένα νησί», ξεκίνησε ως ορφανοτροφείο (1926-1940) και εξελίχθηκε σε μια παγκοσμίου φήμης δευτεροβάθμια σχολή (1934-2005) με οικοτροφείο, εξαιρετικά πλούσια βιβλιοθήκη (περίπου 30.000 τόμοι), καθώς και άρτια εξοπλισμένα εργαστήρια, που διοργάνωνε πληθώρα εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και αθλητικών εκδηλώσεων και επηρέασε την αρμενοκυπριακή κοινότητα με πολυδιάφορους τρόπους.
  • Από το 1930 μέχρι και το άδικο κλείσιμό του το 2005 – μετά από σχετική απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου του AGBU – από εδώ αποφοίτησαν 1.828 μαθητές και μαθήτριες από περισσότερες από 30 χώρες, ενώ υπολογίζεται ότι φοίτησαν εκεί, έστω και για μερικούς μήνες ή χρόνια, περίπου 12.000 Αρμένιοι. Χάρη στις ενέργειες του Εκπροσώπου Βαρτκές Μαχτεσιάν, στις 02/04/2015 κυκλοφόρησε κοινή έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου Κύπρου-Αρμενίας για τα 100χρονα της Αρμενικής Γενοκτονίας, με θέμα της το Μελκονιάν.
  • Στις 24/04/1991 ο Μητροπολίτης Γεγισέ Μαντζικιάν παρουσίασε το Μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας «στη μνήμη των 1.500.000 Αρμενίων σφαγιασθέντων από τους Τούρκους», σχέδιο του αρχιτέκτονα Τζων Γκεβεριάν, που ανήγειρε η Αρμενική Εθναρχία Κύπρου στην αυλή της αρμενικής εκκλησίας της Παναγίας στο Στρόβολο· το 1996 ενταφιάστηκαν στο μνημείο λείψανα μαρτύρων που έφερε αποστολή του Αρμενικού Σύνδεσμου Μέριμνας Κύπρου από την έρημο του Ντερ Ζορ, ενώ το 2000 κτίστηκαν δύο οστεοφυλάκια με περισσότερα λείψανα, δωρεά των οικογενειών Εγογιάν και Τεμπεκιτζιάν. Στις 28/04/2002 ο Αρχιεπίσκοπος Βαρουζάν εγκαινίασε τύμβο-οστεοφυλάκιο μπροστά από το οίκημα της AYMA στο Στρόβολο, που περιέχει λείψανα μαρτύρων που έφεραν μέλη της Αρμενικής Νεολαίας Κύπρου από την έρημο του Ντερ Ζορ το 2001.
  • Στις 28/08/2008, ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας εγκαινίασε Μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας στη μαρίνα της Λάρνακας, στο σημείο όπου χιλιάδες Αρμένιοι πρόσφυγες πρωτοπάτησαν στην Κύπρο, ως μία «έκφραση ευγνωμοσύνης στο λαό της Κύπρου για τη συμπαράστασή και βοήθειά του προς τους πρόσφυγες αυτούς»· έργο συνεργασίας των κυβερνήσεων Κύπρου-Αρμενίας, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Άγγελο Δημητρίου, λαξεύτηκε από το γλύπτη Γεώργιο Καλακαλλά και θεμελιώθηκε από τον Αρμένιο Πρόεδρο Ρομπέρτ Κοτσιαριάν στις 24/11/2006. Τέλος, στις 25/12/2011 ο Αρχιεπίσκοπος Βαρουζάν Χεργκελιάν καθαγίασε χατσκάρ (σταυρόπετρα) μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Λάρνακα, έργο του γλύπτη Κρισιά Αβεντισιάν και δωρεά των Μιχράν και Ζακλίν Μπογιατζιάν, αφιερωμένο στην «εκατονταετηρίδα της σφαγής των Αδάνων 1909-2009 και τις μυριάδες των μαρτύρων του Αρμενικού Έθνους».
  • Η Κύπρος υπήρξε η δεύτερη χώρα στον κόσμο (μετά την Ουρουγουάη, το 1965), και η πρώτη στην Ευρώπη που αναγνώρισε επίσημα την Αρμενική Γενοκτονία, με το Ψήφισμα 36 (24/04/1975), το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα από τη Βουλή χάρη στις αποφασιστικές προσπάθειες του Εκπροσώπου Δρ. Αντρανίκ Λ. Αστζιάν. Ο επόμενος Εκπρόσωπος, Αράμ Καλαϊζιάν συνέβαλε ουσιαστικά στην ομόφωνη έγκριση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων άλλων δύο ψηφισμάτων αναφορικά με τη Γενοκτονία: του Ψηφίσματος 74 (29/04/1982) και του Ψηφίσματος 103 (19/04/1990), με το τελευταίο να ανακηρύσσει την 24η Απριλίου ως Εθνική Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας στην Κύπρο. Με πρωτοβουλία του Εκπροσώπου Βαρτκές Μαχτεσιάν, στις 2 Απριλίου φέτος η Κύπρος ποινικοποίησε την άρνηση της Αρμενικής Γενοκτονίας, με την ψήφιση του Νόμου 45(Ι)/2015.
  • Η πρώτη αναφορά για την Αρμενική Γενοκτονία στην ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ έγινε στις 25/01/1965 από τον Υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου, Σπύρο Κυπριανού. Πριν από την ισχυρή του ομιλία, τον είχαν επισκεφθεί τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος Τασνακτσουτιούν Δρ. Παπκέν Παπαζιάν και Μπερτζ Μισιρλιάν και της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Κύπρου, Ανανία Μαχτεσιάν και Βαρτκές Σινανιάν.

 

Η Αρμενική Γενοκτονία [στα Αρμένικα «Χαγιότς Τσεγασπανουτιούν» (Γενοκτονία των Αρμενίων) ή Μετζ Γεγέρν (Μεγάλη Συμφορά)] σήμερα αναγνωρίζεται από 25 χώρες: Ουρουγουάη (1965), Κύπρος (1975), Αρμενία (1988), Αργεντινή (1993), Ρωσσία (1995), Καναδάς (1996), Ελλάδα (1996), Λίβανος (1997), Βέλγιο (1998), Γαλλία (1998), Βατικανό (2000), Ιταλία (2000), Ελβετία (2003), Σλοβακία (2004), Ολλανδία (2004), Πολωνία (2005), Βενεζουέλα (2005), Λιθουανία (2005), Χιλή (2007), Σουηδία (2010), Βολιβία (2014), Τσεχία (2015), Αυστρία (2015), Συρία (2015) και Γερμανία (2015). Αναγνωρίζεται επίσης από 44 (από τις 50) πολιτείες των ΗΠΑ, την Ουαλία, τη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Χώρα των Βάσκων, την Καταλώνια, τις Βαλεαρίδες Νήσους και τη Ναβάρρα στην Ισπανία, τη Νέα Νότια Ουαλία και τη Νότια Αυστραλία στην Αυστραλία, τις πολιτείες Σάο Πάολο, Σιαρά και Παρανά της Βραζιλίας, το Κρατικό Συμβούλιο της Κριμαίας και μια σειρά Δήμων στη Βουλγαρία και το Ιράν.

Αναγνωρίζεται, τέλος, από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (1983), το Ευρωκοινοβούλιο (1987), το Συμβούλιο της Ευρώπης (1998), το Mercosur (Κοινή Αγορά του Νότου, 2007) και πολλούς άλλους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης της Διεθνούς Ένωσης Μελετητών Γενοκτονίας (1997), της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Τουρκίας (2006) και της Αμερικανοεβραϊκής Ένωσης (2014). Το ουσιαστικό εμπόδιο για την παγκόσμια αναγνώρισή της είναι η αδιάλλακτη και πεισματική άρνηση της Τουρκίας, της οποίας η στρατηγική γεωπολιτική θέση και το ισχυρό ακαδημαϊκό και πολιτικό λόμπυ αποτρέπουν σημαντικά κράτη, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, από την υιοθέτηση σχετικών ψηφισμάτων. Σήμερα υπάρχουν γύρω στα 175 μνημεία για την Αρμενική Γενοκτονία σε 33 χώρες.

Ο όρος «γενοκτονία» δημιουργήθηκε το 1943 από τον Πολωνοεβραίο καθηγητή νομικής Ραφαέλ Λέμκιν (1900-1959), ο οποίος δήλωσε: «Ενδιαφέρθηκα για τη Γενοκτονία επειδή συνέβηκε τόσες φορές. Συνέβηκε στους Αρμένιους και ύστερα από τους Αρμένιους ανέλαβε δράση ο Χίτλερ». Το 1933, ετοιμάζοντας μια έκθεση με τίτλο Crime of Barbarity αναφορικά με τη σφαγή των Ασσυρίων στο Ιράκ (Αύγουστος 1933), είχε δηλώσει ότι η σφαγή αυτή του «έφερνε στο μυαλό αναμνήσεις της σφαγής των Αρμενίων» κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και χρησιμοποίησε τον όρο «πράξεις βαρβαρισμού». Ο όρος «γενοκτονία» εμφανίστηκε το 1944 στο βιβλίο του με τίτλο Axis Rule in Occupied Europe, χρησιμοποιήθηκε στην περίφημη Δίκη της Νυρεμβέργης (1945-1946) κατά των υπευθύνων των Ναζί για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και ώθησε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ να χαρακτηρίσει επίσημα τη γενοκτονία ως έγκλημα που τιμωρείται με βάση το Διεθνές Δίκαιο· με ειδική σύμβαση του ΟΗΕ (CPPCG – 09/12/1948), οι δράστες τέτοιου εγκλήματος θεωρούνται προσωπικά υπεύθυνοι και δικάζονται για το έγκλημα αυτό, όπως προνοείται από το Ψήφισμα 260, που τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιανουαρίου 1951.

Διάφορες πηγές της εποχής, ανάμεσά τους εκατοντάδες αυτόπτες μάρτυρες, τεκμηριώνουν και επιβεβαιώνουν τη διάπραξη της πρώτης μεγάλης γενοκτονίας του αιώνα. Αρκετοί από τους ίδιους τους υπαίτιους της Γενοκτονίας είχαν ομολογήσει τα εγκλήματά τους στα στρατοδικεία του 1919-1920. Το 1915 ο Paul Graf Wolff Metternich, Πρέσβης της Γερμανίας και της Πρωσσίας στην Κωνσταντινούπολη τηλεγράφησε ότι «εκτουρκισμός σημαίνει άδεια να απελάσεις, να σκοτώσεις ή να καταστρέψεις κάθε τι που δεν είναι τουρκικό». Το 1918 ο Αμερικανός Πρόεδρος Θεόδωρος Ρούζβελτ χαρακτήρισε την Αρμενική Γενοκτονία ως «το μεγαλύτερο έγκλημα του πολέμου». Ο Χαλίφης Αμπντούλ Μετζίτ Β’ δήλωσε το 1919: «αυτές οι απαίσιες σφαγές αποτελούν τη μεγαλύτερη κηλίδα που έχει ποτέ ντροπιάσει ποτέ το έθνος και τη φυλή μας».

Ο τέως Αμερικανός Πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, Henry Morgenthau, δήλωσε το 1919: «Είμαι πεπεισμένος ότι ολόκληρη η ιστορία της ανθρώπινης φυλής δεν περιέχει κανένα τέτοιο φοβερό επεισόδιο σαν αυτό», ενώ ανέφερε ότι, σε συνομιλία που είχε με τον Ταλαάτ Πασιά, του είχε πει «Έχω πετύχει περισσότερα προς την επίλυση του αρμενικού προβλήματος σε τρεις μήνες παρά ό,τι πέτυχε ο Αμπντούλ Χαμίτ Β’ σε τριάντα χρόνια». Το άρθρο 230 της Συνθήκης των Σεβρών (1920) προνοούσε την τιμωρία των υπευθύνων για «τις βάρβαρες και άνομες μεθόδους πολέμου … [περιλαμβανομένων] αδικημάτων κατά των νόμων και των εθίμων του πολέμου και τις αρχές της ανθρωπότητας». Το 1929 ο μετέπειτα Βρετανός Πρωθυπουργός Σερ Ουίνστων Τσώρτσιλ τη χαρακτήρισε ως «ένα διοικητικό ολοκαύτωμα» και «εκκαθάριση της τουρκικής γης από μια χριστιανική φυλή», ενώ το 1923 είχε κατακρίνει έντονα τη Συνθήκη της Λωζάνης, λέγοντας χαρακτηριστικά: «η ιστορία θα ψάχνει μάταια για τη λέξη “Αρμενία”». Την ατιμωρησία της Αρμενικής Γενοκτονίας εκμεταλλεύτηκε και ο Αδόλφος Χίτλερ υπέρ της διεξαγωγής του Ολοκαυτώματος των Εβραίων, αφού σε ομιλία του στο Όμπελσαλτζμπεργκ στις 22 Αυγούστου 1939, ανάφερε το περίφημο «Ποιος, εξάλλου, μιλά σήμερα για την εξόντωση των Αρμενίων;».

Πρωτογενείς μαρτυρίες για τα απάνθρωπα περιστατικά της Αρμενικής Γενοκτονίας υπάρχουν από μέλη της οργάνωσης ΝΙΛΙ (δίκτυο εβραϊκής κατασκοπείας), Αμερικανούς, Αυστροουγγαρούς, Βρετανούς, Γάλλους, Γερμανούς, Έλληνες, Ιταλούς, Ρώσσους και Σουηδούς διπλωμάτες και στρατιωτικούς, Προτεστάντες ιεραπόστολους, τον Πρόξενο των ΗΠΑ στη Σμύρνη George Horton, που έγραψε το βιβλίο The Blight of Asia (1926), καθώς και το Βρετανό Υποκόμη James Bryce και τον Arnold Toynbee, που το 1916 δημοσίευσαν το βιβλίο The Treatment of Armenians in the Ottoman Empire. Ακόμη πιο σημαντική θεωρείται η τεκμηρίωση του Πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, Henry Morgenthau, ο οποίος το 1918 δημοσίευσε το βιβλίο Ambassador Morgenthaus Story, καθώς και του Γερμανού στρατιωτικού ιατρού Armin Τ. Wegner, του Αυστριακού αξιωματικού Viktor Pietschmann, του Αμερικανού Προξένου Leslie Davis, της Δανέζας ιεραποστόλου Maria Jacobsen και της Νορβηγίδας ιεραποστόλου Bodil Katharine Biørn, που απαθανάτισαν φωτογραφικά το δράμα και την εξολόθρευση των Αρμενίων.

Αντιμέτωποι με τα αληθινά γεγονότα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η Αρμενική Γενοκτονία συντελέστηκε πραγματικά, ανεξαρτήτως του αν η Τουρκία δεν το παραδέχεται, θα παραμείνει δε μία από τις μελανότερες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας. Στις 23 Απριλίου φέτος η Αρμενική Εκκλησία αγιοποίησε τους 1.500.000 μάρτυρες της Αρμενικής Γενοκτονίας σε σεμνή τελετή στον καθεδρικό ναό του Ετσμιατζίν. Στην τελετή συμμετείχε και ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Ναρέκ Αλεμεζιάν.