LATESTNEWS
Η πορεία της μετα-μνημονιακής εποπτείας της Κύπρου
O Κώστας Χριστοδουλίδης Πολιτικός Επιστήμονας και διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Alexander παρουσιάζει την πορεία της μετα-μνημονιακής πορείας της Κύπρου.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ευρωζώνης και τη συμφωνία με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, τα κράτη σε οικονομική στήριξη θα τελούν υπό ειδικό καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας μέχρι την αποπληρωμή του 75% του χρέους τους. Στην περίπτωση της Κύπρου, η διάρκεια της επιτήρησης εκτείνεται μέχρι το 2029. Η Μετα-προγραμματική (Μετα-μνημονιακή) Εποπτεία ασκείται από την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και έχει ως σκοπό την επίβλεψη της ικανότητας από μέρους του χρεώστη να αποπληρώσει στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας το δάνειο συν τον τόκο. Από μόνη της η πρόνοια για ενισχυμένη επιτήρηση στη βάση των συμφωνημένων μνημονιακών πολιτικών, αφορά τη σημερινή και ίσως την αυριανή γενιά των Κυπρίων, όπου τους κληρονομούνται όχι μόνο χρέη αλλά και ένα ασφυκτικό καθεστώς που αποκλείει κατά την άποψή μας κάθε σοβαρή συζήτηση για εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές ενώ ακολουθείται το ίδιο δρομολόγιο.
Σε αναμονή του πρώτου Μετα-προγραμματικού Ελέγχου στα τέλη του επερχόμενου Σεπτέμβρη, πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα δεδομένα ώστε να εκτιμηθεί πού θα δοθεί πολιτική βαρύτητα από τους «επόπτες» και ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά της επόμενης περιόδου. Για να συνάγουμε συμπεράσματα, θα ρίξουμε μια ματιά στις περί Κύπρου μεταμνημονιακές δεσμεύσεις, καθώς και στις αξιολογήσεις της Εποπτείας στις περιπτώσεις της Πορτογαλίας και Ιρλανδίας οι οποίες έχουν ήδη εισαχθεί στον Μετα-προγραμματικό Έλεγχο.
Όσον αφορά στις κυπριακές δεσμεύσεις, το Γιούρογκρουπ, επικυρώνοντας την «έξοδο» της Κύπρου από το Μνημόνιο τον περασμένο Μάρτιο, υπογράμμισε ότι «πρέπει με αποφασιστικότητα να διασφαλιστεί η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε πιο υγιή επίπεδα, κάτι που περιλαμβάνει την ταχεία εφαρμογή του πλαισίου αφερεγγυότητας και των νόμων περί κατασχέσεων που υιοθετήθηκαν το 2015 μαζί με επιπρόσθετα νομοθετικά μέτρα πώλησης περιουσιακών στοιχείων και αποτελεσματικής εφαρμογής όλων των εργαλείων για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων». Παράλληλα, το Γιούρογκρουπ τόνισε ότι η «ιδιωτικοποίηση της CYTA θα αποτελέσει μέτρο στην κατεύθυνση της ανάπτυξης και μαζί με τη μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση και άλλες διαρθρωτικές αλλαγές που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια του προγράμματος θα “τσιμεντώσουν” τις βελτιώσεις στα δημόσια οικονομικά… της Κύπρου». Επομένως, δεν είναι δύσκολο να προβλεφθεί ότι στη μετά-Τρόικα εποχή απαιτείται ταχεία υλοποίηση των νέων νόμων που μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικές κατασχέσεις και εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων ώστε να μηδενιστούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ο κερδοφόρος ημικρατικός οργανισμός της Cyta και η ιδιωτικοποίησή του, έχει ταυτιστεί στα μάτια των επιτηρητών με την ανάπτυξη όπως την αντιλαμβάνονται.
Στην περίπτωση της Πορτογαλίας, με την τελευταία δημοσιοποιημένη (Απρίλιος 2016) Μετα-προγραμματική αξιολόγηση, οι επιτηρητές απαιτούν «ταχύτερη εκποίηση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποδίδουν επί μακρόν» ενώ εκτιμούν ότι (παρά τα μέτρα λιτότητας) «το δημόσιο χρέος θα παραμείνει υψηλό και ευάλωτο σε μακροοικονομικές κρίσεις». Αξίζει να σημειωθεί ότι το 66% των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Πορτογαλία αφορά πολύ μικρές επιχειρήσεις (εργοδοτούν μέχρι εννέα υπαλλήλους) και το 20% μικρές επιχειρήσεις (μέχρι 49 υπαλλήλους). Κάτι παρόμοιο προφανώς ισχύει και για την Κύπρο.
Όσον αφορά στη λεγόμενη «μεγάλη μνημονιακή επιτυχία» της Ιρλανδίας, οι επιτηρητές της «Μετά-Τρόικα», με την έκθεσή τους τον Ιανουάριο του 2016, αφού διαπίστωσαν την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ζήτησαν «ταχύτερη εφαρμογή του πλαισίου αφερεγγυότητας και κατάσχεσης περιουσιών», επικρίνοντας τις ιρλανδικές Αρχές ότι οι «νέες δικαστικές διαδικασίες δεν αφορούν τις υφιστάμενες περιπτώσεις». Ενδιαφέρον επίσης, προκαλεί η απαίτηση των εποπτών «για μείωση της δημόσιας δαπάνης στα φάρμακα» και την περαιτέρω οικονομική περισυλλογή στην υγεία, ενός συστήματος πολύ πιο προηγμένου από το κυπριακό σύστημα υγείας, απαιτώντας περαιτέρω εξορθολογισμό του κόστους του. Τέλος, θέτουν ως κερασάκι στην τούρτα όσον αφορά στην αποπληρωμή του ιρλανδικού χρέους, την υπενθύμιση ότι όλα «τα επιπρόσθετα δημόσια έσοδα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή του χρέους» (στους δανειστές), αποκλείοντας έτσι περιθώρια για κοινωνική πολιτική.
Από την πιο πάνω ανάλυση μπορεί να συναχθεί ότι:
1. Οι δανειστές, στις μετα-μνημονιακές αξιολογήσεις θα προβαίνουν σε διαπιστώσεις και υποχρεωτικές συστάσεις στη βάση του Μνημονίου αλλά πιθανώς και νέων απαιτήσεων αφού τα σοβαρά προβλήματα θα συνεχίζουν, όπως διαφαίνεται στις περιπτώσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.
2. Οι δημόσιες δαπάνες θα ελέγχονται πολύ αυστηρά σε συσχετισμό με την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους το οποίο θεωρητικά θα μειώνεται μέσα από τα έσοδα του κράτους.
3. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η κατάσχεση και πώληση περιουσιών συνδέονται με την «υγεία» των τραπεζών και θα βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε αξιολόγησης με τους δανειστές να απαιτούν τάχιστη εξυπηρέτηση των δανείων με κάθε μέσο.
4. Η ιδιωτικοποίηση της CYTA, η πώληση περιουσιακών στοιχείων του κράτους ήταν προϋπόθεση της τυπικής εξόδου από το Μνημόνιο και ως εκ τούτου αναμένονται μεγάλες πιέσεις για την υλοποίηση αυτής της δέσμευσης.